χρόνο

Πάει ο παλιός ο χρόνος

Γέρε χρόνε φύγε τώρα, πάει η δική σου η σειρά… ».

Ένα τραγούδι που ακούγαμε από τα παιδικά μας χρόνια, που σημάδεψε το συλλογικό ασυνείδητο του μέσου Κύπριου, αφού δεν πέρασε Παραμονή Πρωτοχρονιάς χωρίς αυτό, από την εποχή που συστάθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία και το κρατικό τηλεοπτικό μας κανάλι, μέχρι σήμερα. Εγώ «καραμούτσωννα» στο άκουσμα αυτού του τραγουδιού που έβρισκα καταθλιπτικό κι ας μη γνώριζα την έννοια αυτής της λέξης. Η τηλεόραση ήταν τότε μια καινοτομία στη ζωή μας και ο κόσμος γελούσε με τον αόρατο φακό της Παραμονής, που ήταν επίσης κάτι το πρωτοποριακό στην ψυχαγωγία μας.

Τη δεκαετία του ’60, υπήρχε τουλάχιστον μια αθωότητα και μια αγνότητα, όπως και στις ελληνικές ταινίες της εποχής. Αποχαιρετούσαμε τον παλιό τον χρόνο, με μια εορταστική, λαϊκή εκπομπή, κόβαμε τη βασιλόπιττα και τραγουδούσαμε «Καλή Χρονιά, Χαρούμενη, Χρυσή Πρωτοχρονιά». Την άλλη μέρα ο Άη Βασίλης της Καισαρείας θα έφερνε τα δώρα στα παιδιά, προτού επικρατήσει το αγγλοσαξονικό έθιμο, να έρχεται ανήμερα Χριστουγέννων.

Έπειτα προστέθηκαν και τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια στον επαρχιωτισμό μας, με τις γκλαμουράτες παρουσιάστριες, τους στημένους χορευτές που ανήγαγαν τον χορό, από ελευθερία κίνησης και έκφρασης, σε φιγούρες που θυμίζουν Βορειοκορεάτικη γιορτή. Απόλυτος συντονισμός στις κινήσεις, αυτοκόλλητα χαμόγελα, τυποποιημένες εκφράσεις και ατάκες από τους παρουσιαστές και τους καλεσμένους τους. Η γιορτή της απόλυτης σαχλαμάρας και κακογουστιάς που κάθε χρονιά υποτιμά όλο και περισσότερο τη νοημοσύνη μας και την αισθητική μας.

Το τραγικό είναι ότι οι θεατές που, έτσι κι αλλιώς, καθηλώνονται στις τηλεοράσεις τους ολόχρονα, το πράττουν ακόμη και την τελευταία βραδιά του χρόνου, αντί να κουβεντιάσουν ή να αστειέψουν, με τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Παθητικοί θεατές, που σαν τελειώσει το εορταστικό πρόγραμμα, θα πουν πως «κάθε πέρσι και καλύτερα» και πως «επήραν μας για περιπαίξιμον τζιαι φέτος».

Είναι οι ίδιοι πολίτες που τη νέα χρονιά θα κατέβουν στις κάλπες ως ψηφοφόροι για να αναδείξουν τον νέο πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Θα συνειδητοποιήσουν, κατόπιν εορτής, πως πιάστηκαν κορόιδα και αυτή την πενταετία, όταν δουν πως οι λαγοί και τα πετραχήλια δεν ήταν παρά ψεύτικες υποσχέσεις.

Κρίμα που φεύγουν τα χρόνια και εμείς τα αποχαιρετούμε καθισμένοι μπροστά από τις μικρές μας οθόνες, παρακολουθώντας τις ζωές των άλλων. Περνούν οι δεκαετίες και παραμένουμε θεατές του άλλου μισού μας νησιού, με τα χωριά και τις πόλεις, τις πεδιάδες και τα βουνά, που είναι τόσο κοντά μα και τόσο μακριά αφού είναι ακόμη κατεχόμενα.

«Πάει ο παλιός ο χρόνος». Κάποιοι θα μπουν στο τρένο για να πάνε πέρα… Άλλοι θα μείνουν εδώ, στα γνώριμα εδάφη, στο ίδιο έργο θεατές, κάνοντας για δεκαετίες «παθητική αντίσταση», στοιχειωμένοι από τις εμμονές, τις αγκυλώσεις και τις μικροσυνήθειες των στενών πλαισίων μιας κοινωνίας που το μόνο βιβλίο που διαβάζει είναι τα life style περιοδικά.

«Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά». Δεν αχνοφαίνεται καμιά στεριά στο βάθος του ορίζοντα και δεν υπάρχει εδώ και χρόνια πλοίο της γραμμής. Μένουν οι γραμμές που θα χαράξουμε εμείς μέσα μας, για να προχωρήσουμε τουλάχιστον σε προσωπικό επίπεδο, λίγο πιο πέρα. Να έρθουμε λίγο πιο κοντά στον εαυτό μας και σε αγαπημένα πρόσωπα και να μοιραστούμε μαζί τους όμορφες απλές στιγμές. Αυτή είναι η αληθινή χαρά.