χρόνο

Στάθη Ψάλτη,Βασικά… Καλησπέρα σας: 10 ατάκες, μία μεγάλη ζωή

Ερμηνευτής αξιώσεων και ένα πρόσωπο που ταυτίστηκε με μια ολόκληρη δεκαετία μιας Ελλάδας cult, ο Στάθης Ψάλτης έχασε τη μάχη που έδινε με τον καρκίνο ρίχνοντας αυλαία σε μια ζωή πλημυρισμένη από ανεπιτήδευτο ταλέντο.

Βέβαια ο Ψάλτης θα είναι για πάντα κάτι για όλους μας. Για πολλούς θα είναι ένας “τρελός χαβαλές” που απενοχοποίησε τον Νεοέλληνα από την πολιτική ορθότητα με την εύστοχη αθυροστομία του, για άλλους θα είναι ένας low profile καλλιτέχνης που από τον Συμβολαιογράφο -την τηλεοπτική του εμφάνιση, μάθημα υποκριτικής για όλους- απέδειξε ότι ο ρόλος είναι απλά ένα ύφασμα που φορούσε και έβγαζε από πάνω του με ευκολία παραμένοντας ο ίδιος αλώβητος από τη φθορά.

“Κούλα μ’ακούς; Πολύ κωλόπαιδο ο Κυριάκος!” έλεγε σε μία από τις πολλές cult ατάκες του που εκτόξευσε στις αναρίθμητες ταινίες του όταν η Ελλάδα άλλαζε, η αριστοφανική σχεδόν βωμολοχία φυσικοποιείται και ο Ψάλτης γίνεται ένας Έλληνας που όλοι κρύβουμε μέσα μας.

“Φορέας αυτογελοιοποίησης της εμπορικής κινηματογραφικής καταγγελίας” έγραφε ο Κώστας Ελευθερίου για τον ηθοποιό που έχει ταυτίσει την εικόνα του με τις εμπορικές κωμωδίες της δεκαετίας του ’80.

“Στη φιλμογραφία του κατασκεύασε μια περσόνα η οποία συγκέντρωνε ετερόκλητα χαρακτηριστικά και εν πολλοίς ανταποκρινόταν σε αναπαραστάσεις και πραγματικότητες της Ελλάδας της εποχής της. Ξεκίνησε με σειρά ταινιών που προσπαθούσαν να συνδέσουν το μεταπολιτευτικό εμπορικό σινεμά με τις κωμωδίες του ’60 και στις οποίες μετείχαν εκπρόσωποι και των παλαιών αλλά και των νεότερων γενεών ηθοποιών. Η αθυροστομία του Ψάλτη ήταν σήμα κατατεθέν της εικόνας του. Παρουσιαζόταν ως μονίμως οργισμένος, με ξεσπάσματα θυμού που εκδηλώνονταν με λεκτικές κορόνες και ελευθεριάζοντα λόγο. Η ελευθερία έκφρασης του Ψάλτη εξηγεί και τη μεγάλη απήχηση που είχαν οι ταινίες του σε νεότερα κοινά” αναφέρει στην έκδοση “Η Ελλάδα Στη Δεκαετία του 80, Κοινωνικό, Πολιτικό και Πολιτισμικό Λεξικό” σε επιστημονική επιμέλεια των Βασίλη Βαμβακά και Παναγή Παναγιωτόπουλος (εκδόσεις Πέρασμα).

“Η αίσθηση μιας ριζικά διαφορετικής συμπεριφοράς σε σχέση με τις παλαιότερες γενιές, είτε στο επίπεδο αξιακών προτεραιοτήτων είτε στο επίπεδο καθημερινής έκφρασης, εικονοποιούνταν σε ένα πρόσωπο που διέθετε πνεύμα δυσανάλογο της φυσικής του κατασκευής. Ταυτόχρονα, εντάσσοντας και τον Ψάλτη στο γενικότερο πλαίσιο των εμπορικών ταινιών της εποχής, παρατηρήθηκε η ανάδειξη, μέσα από σειρά ταινιών, ρόλων με έντονο δυναμισμό και ελευθεροστομία. Ο Ψάλτης φρόντιζε να καλλιεργεί τον συγκεκριμένο χαρακτήρα σε όλες τις ταινίες του.”

Δωρίζοντας αβίαστα γέλια με λέξεις που ξεστόμιζε όπως κανείς άλλος πριν ή μετά από αυτόν ο Στάθης Ψάτης από το Βέλο έγινε ο ραδιοπειρατής της καρδιάς μιας Ελλάδας που γνώριζε την απενοχοποίηση και την αφέλεια μιας προτόγνωρης εφηβείας χορεύοντας σε ντισκοτέκ, σκοτώνοντας τις στιγμές της στις καφετέριες και κάνοντας βρουμ βρουμ με τα μηχανάκια της.

O Στάθης Ψάλτης κουβαλούσε πάντα επάνω του ένα ταλέντο μεγάλο, τίμιο, ανεπιτήδευτο, εκκεντρικό μέσα στην ιδιαιτερότητα του και ως τέτοιο σπουδαίο.

“Εγώ γεννήθηκα από τσίχλα”

“Έτσι έλεγε η μαμά μου το πουλί του μπαμπά μου. Ως τσίχλα, λοιπόν, είμαι ελεύθερο πουλί. Μόνο αν με πυροβολήσεις θα πέσω. Με έχουν στοχεύσει πολλές φορές, αλλά τους ξεφεύγω. Και το ότι είμαι επί 32 χρόνια άνεργος από την τηλεόραση, είναι κι αυτό ένας συνεχής πυροβολισμός” έλεγε τον Νοέμβριο του 2009 στο περιοδικό Homme στους Θοδωρή Βαμβακάρη & Τάκη Γιαννούτσο. Ο Στάθης Ψάλτης αγαπούσε τον Παπαδιαμάντη, τον Παλαμά, τον Καρκαβίτσα, τον Λουντέμη και όπως είχε εξομολογηθεί στον Ευθύμη Φιλίππου “ο Καζαντζάκης κάπως τον δυσκόλευε”.

“Ταξίδεψα σε όλες τις θάλασσες του κόσμου. Δύο χρόνια με ένα γκαζάδικο, ετών 13. Ανδρώθηκα με τα κύματα, με τις φουρτούνες, με τη γαλήνη. Γνώρισα ανθρώπους πολλούς και διαμόρφωσα απόψεις. Άλλοτε φυλαγόμουν και άλλοτε ανοιγόμουν. Στα καράβια υπάρχει τεράστια μοναξιά, την οποία δε θα άντεχα εάν κάθε βράδυ δεν έβγαινα στο κατάστρωμα για να μιλήσω με τα άστρα και να κάνω όνειρα” έλεγε στο περιοδικό SOUL #47 στις Σάντρα Οντέτ Κυρπιωτάκη, Λένα Χουρμούζη.

“Ονειρευόμουν τη στεριά, να γυρίσω στην Ελλάδα για να τελειώσω το γυμνάσιο, να σπουδάσω. Ονειρευόμουν να σπουδάσω ψυχολογία-παραψυχολογία στη Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου. Διάβαζα πολύ από τότε. Άλλα παιδιά σε αυτήν την ηλικία έπαιζαν με κούκλες ή με την μπάλα. Εγώ πάλι έπαιζα με την αλμύρα της θάλασσας και με τη ναυτική ζωή. Μου έμαθε πολλά”.

“Από παιδί κουβαλούσα καρέκλες στο χωριό για να δω τζάμπα κινηματογράφο. Είχα ένα ποδήλατο με τρεις ρόδες. Το γύριζα ανάποδα, έβγαζα τα λάστιχα και περνούσα μια σερπαντίνα, που και καλά ήταν η ταινία. Γύριζα το πεντάλ, στεκόμουν μπροστά από έναν τοίχο και υποδυόμουν ό,τι είχα δει νωρίτερα στον κινηματογράφο. Αυτό ήταν το πρώτο ερέθισμα. Μετά τα καράβια επιστρέφω στην Αθήνα. Πήγα νυχτερινό στο Αιγάλεω. Εκεί βρέθηκε ο Κώστας Αθανασόπουλος. Συμμαθητές στο Δημοτικό. Είχαμε κάνει κάτι παιδικές παραστάσεις και αυτός είχε γίνει ήδη ηθοποιός. Ήρθε σπίτι, με πήρε από το χέρι και με το στανιό επέμενε να γίνω ηθοποιός. Του είπα ότι είχα άλλα όνειρα. Δε με άκουσε και με πήγε στη σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη, παράρτημα τότε του Εθνικού Θεάτρου. Με εξέτασε η Μαίρη Αρώνη, μου έδωσε κάτι κομμάτια. Πέρασα πρώτος από τα ταλέντα. Έτσι, απλά, έγινα ηθοποιός” πρόσθεσε.

Δέκα ατάκες ενός αριστοφανικού Έλληνα

Ακολουθούν μερικές από τις cult ατάκες που καθιέρωσαν τον Ψάλτη ως αρχετυπικό ήρωα της νέας Ελλάδας. Ο Ψάλτης που έφυγε σε ηλικία 66 ετών ήταν ένας άντρας μεγαλύτερος από την ζωή που η χώρα αποθέωσε στα 80s, λησμόνησε στα 90s και από σήμερα θα τον εκτιμήσει ξανά από την αρχή.

Μεγάλος ηθοποιός μιας παράδοσης που χάνεται στις απαρχές του ελληνικού κινηματογράφου, κουβαλώντας κάτι από την υστερική μελαγχολία ενός Βέγγου και την ανιοδιοτελή ερμηνευτική δυνότητα ενός Σταυρίδη ο Στάθης Ψάλτης πέρασε από σήμερα και για πάντα στην αιωνιότητα που επιφυλάσσεται για ταλέντα σαν αυτόν που ποτέ δεν γίνονται.