χρόνο

Όταν η Μαλβίνα Κάραλη έγραψε για την Αλίκη Βουγιουκλάκη

Η Μαλβίνα Κάραλη πρωτοσυνάντησε την Αλίκη Βουγιουκλάκη ”΄ένα βράδυ του ΄78΄΄, όπως έγραψε η ίδια.

΄΄Σαν όλα τα ακόμα αδικαίωτα πλάσματα,δεν ήμουν διόλου σε θέση να εκτιμήσω αυτό που πρόσφερε η Αλίκη στο κοινό της. Με το ζήλο της νεοφώτιστης, χώριζα τον κόσμο σε αυτούς που ανήκουν στους κοινωνούς του Στρέλερ και σε αυτούς που ούτε ανήκουν ούτε είναι.΄΄
΄΄Ετοιμάζονται τρεις βιογραφίες της Αλίκης΄ ΄έγραψε ο Γκιώνης στην Ελευθεροτυπία,΄΄αν και δεν ξέρω τι υπάρχει να πει κανείς για την Αλίκη,που να μην το γνωρίζουμε΄΄.

Τίποτα δεν γνωρίζουμε, έξω από αυτά που ήθελε η ίδια να μαθευτούν.Το θέμα,όμως,μιας βιογραφίας,δεν είναι να μάθεις τα μυστικά του άλλου,να γνωρίσεις τον ίδιο έτσι όπως δεν ήθελε ποτέ του να τον ξέρεις. Το θέμα είναι να τον φωτίσεις με την ματιά σου. Μια βιογραφία, αγαπητέ δημοσιογράφε,μπορεί να γραφτεί χίλιες φορές κι άλλοτε να είναι ένα φτηνό ,συναισθηματικό ρομάντζο,άλλοτε μπεστ -σέλερ κι άλλοτε,στη χειρότερη περίπτωση για τον βιογραφούμενο,να γραφτεί όπως έγραψε ο Άγγλος βιογράφος για τον Φλωμπέρ. Διαβάζεις το βιβλίο του,ξεχνάς τον Φλωμπέρ. Όχι,κύριοι δημοσιογράφοι. Τα αληθινά σημαντικά γεγονότα ενός προσώπου σαν την Αλίκη,δεν τα ξέρετε.Δεν θα σας τα αποκάλυπτε ποτέ.

Κάπως έτσι η Μαλβίνα έγραψε το΄΄ Γλυκό κορίτσι΄΄. Το οποίο υπέγραψε ως Μαλβίνα Χαριτοπούλου. Το έγραψε με αγάπη για αυτό το γλυκό κορίτσι,που όπως έγραψε ή ίδια ΄΄Δεν μου θύμιζε ποτέ καμιά από τις ηρωίδες που υποδύθηκε. Αν κάποιος ρόλος με έκανε να την σκέφτομαι και να την ταυτίζω με αυτόν,ήταν ο ρόλος που δεν έπαιξε,της μικρής φιλενάδας του Περόν,που την διώχνουν κι αυτή κοιτάζει τις βαλίτσες στο διάδρομο κι αναρωτιέται΄΄Και που θα πάω εγώ; ;Yστερα ερχόταν ξανά η Αλίκη Βουγιουκλάκη και την πήγαινε όπου ήθελε΄΄.

Έχουμε και λέμε,λοιπόν΄΄
΄΄Την έλεγαν Αλίκη. Έπαιξε σε σαράντα μία ταινίες. Ήταν ευτυχισμένη.
Την έλεγαν Αλίκη. Ζύγιζε συνήθως πενήντα δύο κιλά,είχε ύψος 1,61μ. Δεν ήταν ευτυχισμένη.
Μόνο οι στιγμές επαληθεύουν τα γεγονότα. Η στιγμή που κομματιασμένη από λύπη για ένα χωρισμό, άνοιξε κάποιο συρτάρι και μου έδειξε τα μωρουδιακά του Γιάννη. Ο γιος της ήταν τότε στην Αμερική. ΄΄ Κοίταξε,αυτή η φουφούλα με τα παπάκια και τούτο δω το κίτρινο δεν είναι τρέλα;΄΄ Μωρουδίστικα ρούχα και ζιπούνια αραδιασμένα πάνω στο κρεβάτι.
Οι στιγμές που,σε πείσμα κάθε μελαγχολίας,τηλεφωνούσε στον Σταμάτη να΄ρθει από το θέατρο να βγουν. Έξοδοι που ποτέ δεν συμμερίστηκα. ΄΄Έλα μαζί μας΄΄. ΄΄Τρέχεις του σκοτωμού. Όλοι τρέχετε.Δε σας προφταίνω΄΄. Κανείς δεν έτρεχε περισσότερο από την ίδια.

Οι στιγμές που έκλαιγε στο καμαρίνι,γιατί η φίλη της η Τζένη δεν πήγαινε εισπρακτικά καλά στο θέατρο. Ναι κι αυτό το έχω δει. Και δεν χρειάζεται να το αναλύσει κανείς με σχολαστικισμό ορνιθολόγου. Δε μ΄ενδιαφέρει αν έκλαιγε για μια πιθανή κοινή μοίρα ή γιατί ταυτιζόταν-πως κάτι τέτοιο πιθανόν να τύχαινε και στην ίδια κάποια στιγμή- ή αν έκλαιγε από συμπόνια. Ακόμα κι αν ”τα δάκρυα είναι η σωματοποίηση του εγωισμού μας”, κατά τους ψύχραιμους κεντροευρωπαίους, το μόνο που μου έμεινε απ ΄αυτή τη στιγμή, ήταν το ότι η Αλίκη έκλαιγε με τη στενοχώρια της Τζένης.

Όπως όλοι οι άνθρωποι αγαπούν,έτσι την αγάπησα κι εγώ για τις στιγμές της. Για τη στιγμή που στη λονδρέζικη Εβίτα προσπαθούσε να πιάσει την ψηλότερη νότα στο ΄΄Dont cry for me Argentina΄΄. ΄΄Κοίτα η κωλονότα που πήγε και μου κάθισε.Πάνω στο ΄΄never΄΄,είπε.΄΄Ποτέ σου μη σώσεις και μου κάτσεις΄΄.

Σπάνια την είδα τόσο έξαλλη,όσο τότε με την Εβίτα. Στο τηλέφωνο ταραχή,οργή. Πήγαμε σπίτι της εσπευσμένα. Πάνω που ήταν έτοιμη να πάρει την Εβίτα,τα δικαιώματα της Εβίτας,κάποιοι βαλτοί μιας πρωταγωνίστριας ,που κι αυτή διεκδικούσε το ίδιο έργο,στέλνανε γράμματα στο Λονδίνο κι έλεγαν πως η Αλίκη είναι μια γριά ατάλαντη,φάλτσα κι αποτυχημένη.΄΄Θα κάνω οντισιόν΄΄,είπε. ΄΄Το ρόλο θα τον πάρω΄΄ Κι αντί να βρίσει την ΄΄αντίζηλό΄΄ της και τις μηχανορραφίες της,έβριζε τους εύπιστους Λονδρέζους. ” Έπρεπε να ρωτήσουν,να μάθουν ποια είμαι. Έπρεπε να έρθουν να με δουν”.

Πρέπει να ήμουν είκοσι έξι, είκοσι επτά χρόνων κι ήταν είκοσι χρόνια μεγαλύτερη. Κατάφερε να με εξοντώσει σωματικά σε εκείνο το ταξίδι. Εννιά το πρωί,μια Αλίκη φρέσκια,μακιγιαρισμένη. Με όλες τις γούνες της Σαμαρά και με ψηλοτάκουνα,περνούσε το κατώφλι του Χάροντς με ικμάδα μαζορέτας. Ακολουθούσα εγώ, με ίσια παπούτσια,νυσταγμένη,άσκημη,και με τη μέση πιασμένη από την υγρασία του Μέιφερ. Χυνόταν πάνω στα ρούχα με την ίδια χάρη,αλλά και την ίδια πείνα ,όπως όταν έπεφτε πάνω στα φαγητά στο ΄΄Κλωτσοσκούφι΄΄.

Την επομένη,οντισιόν. ”Όχι μόνο τους τραγούδησα”, θα πει βγαίνοντας,θριαμβευτικά το κοριτσάκι Αλίκη, ”αλλά σήκωσα μάλιστα και τη φούστα μου και τους έδειξα τα πόδια μου.” ”Να και τα πόδια της γριάς που σας έλεγαν”, τους είπα.

”Γλυκό μου κλωτσοσκούφι. Αδάμαστο,τρελαμένο άλογο.”

Πηγή: koitamagazine.gr